δημόσιο δίκαιο

δημόσιο δίκαιο
Το σύνολο των κανόνων που συνιστούν τον νομικό αυτοπεριορισμό της κρατικής εξουσίας σε σχέση με τους πολίτες της, με τους διαφόρους οργανισμούς (νομικά πρόσωπα κλπ.), με τα άλλα κράτη, καθώς επίσης και με την οργάνωση της ίδιας της άσκησης της κρατικής εξουσίας μέσω των κρατικών οργάνων και φορέων. Με αυτό τον τρόπο η εξουσία ρυθμίζεται και αυτοπεριορίζεται και έτσι αποφεύγεται η αυθαίρετη άσκησή της. Το δ.δ. διακρίνεται σε εξωτερικό, σε διεθνές και σε εσωτερικό δίκαιο. Κλάδοι του εσωτερικού δ.δ. είναι το συνταγματικό, το διοικητικό, το ποινικό δίκαιο, η ποινική, πολιτική και διοικητική δικονομία και το εκκλησιαστικό δίκαιο. Το δ.δ. συνιστά δημοκρατική κατάκτηση και βασίζεται στις δημοσιολογικές θεωρίες του Διαφωτισμού και της Γαλλικής επανάστασης. Προηγούμενα, στις εποχές της δουλοκτητικής και φεουδαρχικής οικονομίας, ο ηγεμόνας ασκούσε κατά τρόπο απολυταρχικό την εξουσία του (imperium) τόσο στον εδαφικό χώρο που κυριαρχούσε και που αντιμετωπιζόταν ως κτήμα του (dominium) όσο και στους κατοίκους του χώρου αυτού που ήταν υπήκοοι και υποτελείς του. Ρυθμιστικοί κανόνες με δύναμη επιβολής υπήρχαν μόνο για τις μεταξύ των υποτελών σχέσεις, τις ιδιωτικές βουλήσεις δηλαδή, ενώ οι κανόνες που ρύθμιζαν την άσκηση της εξουσίας δεν ήταν παρά οργανωτικοί. Παράλληλα οι κανόνες αυτοί ήταν δεσμευτικοί μόνο για τους ιδιώτες που δεν μπορούσαν ακόμα να χαρακτηριστούν πολίτες, δηλαδή υποκείμενα δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, και δεν διέθεταν τη δυνατότητα να δεσμεύουν τον ασκούντα τη δημόσια εξουσία και απόλυτο κυρίαρχο ηγεμόνα ή βασιλιά. Μετά την πρώτη του επικράτηση, το δ.δ. εξελίχθηκε και εξελίσσεται, όχι μόνο προς την πληρέστερη ρύθμιση των βασικών σχέσεων που προκάλεσαν την καθιέρωσή του αλλά και προς την κλιμακούμενη επέκτασή του σε θέματα που προηγουμένως θεωρούνταν αμιγώς ιδιωτικά. Αυτά αναφέρονται κυρίως σε θέματα κοινωνικής πολιτικής, υγείας, ασφάλισης, παιδείας, περιβάλλοντος κλπ., και στα εργατικά θέματα, όπου η επέμβαση του κράτους για την προστασία των εργαζομένων και την εξισορρόπηση των αντιθέσεων ανάμεσα στις τάξεις των εργατών και των εργοδοτών, που όλο και διευρύνονται με τις νέες συνθήκες της τεχνικο-οικονομικής εξέλιξης, τείνει να περιορίσει την ελευθερία των συμβάσεων, ένα από τα βασικά χαρακτηριστικά του αστικού καθεστώτος. Νέα επέκταση του δ.δ. παρατηρείται επίσης και με την κρατική παρεμβατική πολιτική στις παραγωγικές σχέσεις, με τρόπο ώστε να αποδυναμώνεται ο διαχωρισμός του δημόσιου και του ιδιωτικού δικαίου.

Dictionary of Greek. 2013.

Игры ⚽ Нужен реферат?

Look at other dictionaries:

  • δίκαιο — Ο όρος δ. είναι ιδιαίτερα ευρύς και χρησιμοποιείται με περισσότερες από μία σημασίες. Γενικά ο όρος δ. χρησιμοποιείται για να προσδώσει την έννοια του ορθού και του πρέποντος σε πράξεις και σε συμπεριφορές.Ως στενός νομικός όρος υπέστη εκτεταμένη …   Dictionary of Greek

  • ρωμαϊκό δίκαιο — Κατά τη στενότερη εκδοχή ο όρος «ρωμαϊκό δίκαιο» δηλώνει το νομικό σύστημα που διαπλάστηκε από την ίδρυση της Ρώμης (8ος αι. π.X.) έως το έτος 565 μ.Χ. (χρονολογία του θανάτου του Ιουστινιανού). Από άποψη γενικότερης ιστορικής σημασίας, το ρ.δ.… …   Dictionary of Greek

  • Ελλάδα - Δίκαιο (Αρχαιότητα και Βυζάντιο) — ΤΟ ΑΡΧΑΙΟ ΔΙΚΑΙΟ Το ελληνικό δίκαιο συνδέεται με την εξέλιξη και την ακμή της πόλης στην αρχαιότητα. Οι πολιτειακές μεταβολές και κυρίως η γένεση, η άνθηση και η πορεία της δημοκρατίας στο χρόνο ορίζουν την έννοια, το εύρος, το περιεχόμενο και τα …   Dictionary of Greek

  • διεθνές δίκαιο — Όρος που αναφέρεται γενικά στο σύνολο των νομικών κανόνων που αφορούν σχέσεις ανάμεσα στα κράτη ή ανάμεσα στα κράτη και σε διεθνείς οργανισμούς ή ανάμεσα σε πρόσωπα που ζουν σε διαφορετικές επικράτειες ή εξαρτούν έννομα συμφέροντα που διέπονται… …   Dictionary of Greek

  • εργασία — Με τον όρο ε. εννοούμε κάθε ανθρώπινη ενέργεια που έχει σκοπό την παραγωγή αγαθών, υπηρεσιών ή πληροφοριών που χρειάζονται στους ίδιους τους ανθρώπους. Στην ιστορία του ανθρώπου η ε. εμφανίζεται ως κοινωνική ενέργεια, που προσφέρεται δηλαδή από… …   Dictionary of Greek

  • καθήκον — Ηθική υποχρέωση, χρέος· ό,τι επιβάλλουν οι νόμοι του κράτους· η υποχρέωση του πολίτη. Η λέξη κ. χρησιμοποιείται γενικά για κάθε πράξη ή παράλειψη που επιβάλλουν οι κανόνες κοινωνικής δεοντολογίας και ιδιαίτερα οι κανόνες που εθιμικώς ρυθμίζουν… …   Dictionary of Greek

  • περιουσία — Στο ιδιωτικό δίκαιο ο όρος έχει σημασία διαφορετική από εκείνη που αποδίδεται συνήθως σ’ αυτόν: δηλώνει το σύνολο των υποκειμένων σε οικονομική αξιολόγηση σχέσεων, που αναφέρονται σε ένα υποκείμενο της νομικής τάξης. Με την έννοια αυτή, κάθε… …   Dictionary of Greek

  • σύμβαση — (Νομ.). Η σύμπτωση των δηλώσεων της θέλησης δύο ή περισσότερων προσώπων, με το σκοπό να προσκομιστούν απ’ αυτήν έννομα αποτελέσματα. Ως παράσταση εμφανίζεται με την πρόταση από το ένα μέρος και την αποδοχή από το άλλο. Η σ. για να υπάρξει,… …   Dictionary of Greek

  • ιθαγένεια — (Νομ.). Όρος που υποδηλώνει τον νομικό δεσμό του ατόμου με το κράτος. Η εναλλακτική του ονομασία είναι υπηκοότητα. Η ι. είναι θεσμός που αναφέρεται στην προσωπική κατάσταση του ατόμου, ενώ ενδιαφέρει τη δημόσια τάξη και το δημόσιο δίκαιο. Η ι.… …   Dictionary of Greek

  • αντιπροσωπεία — Είναι μια έννοια που στο νεότερο δίκαιο έχει δύο θεμελιώδεις, αλλά εντελώς αποκλίνουσες σημασίες, σύμφωνα με το αν γίνεται χρήση της στο ιδιωτικό δίκαιο ή στο δημόσιο δίκαιο. Στο ιδιωτικό δίκαιο η α. είναι θεσμός που ανάγεται κυρίως στο ρωμαϊκό… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”